• 4η Έκθεση Κυβερνητικής Επιτροπής

Συνοπτική περίληψη

Η τέταρτη  έκθεση προόδου του Παρατηρητηρίου αφορά το διάστημα 3 -11 Ιουνίου και έχει ως στόχο να διαπιστωθεί κατά πόσο οι τάσεις στους βασικούς άξονες παρατήρησης που είχαν ήδη διαφανεί από τις πρώτες τρεις εκθέσεις επαληθεύονται ή αντιστρέφονται με την προσθήκη ολοένα και περισσότερων δεδομένων.

Στον άξονα της υγείας και της πολιτικής προστασίας, παρατηρείται μια αύξηση στον μέσο όρο των ημερησίων κρουσμάτων  στα 17 κρούσματα ανά ημέρα, αρκετά αυξημένος σε σχέση με την τρίτη έκθεση προόδου όπου βρισκόταν στα 6. Κατά κανόνα, τα νέα κρούσματα σε ημερήσια βάση κυμάνθηκαν σε χαμηλό διψήφιο αριθμό. Αναδείχθηκαν ή διερευνήθηκαν περαιτέρω συρροές κρουσμάτων σε Λαμία, Κοζάνη και Ξάνθη αντίστοιχα. Παράλληλα, εντοπίστηκαν και αρκετά εισαγόμενα κρούσματα. Ο συνδυασμός των παραπάνω σε σχέση με την αυξημένη διενέργεια τεστ που απαιτήθηκε από την εκτεταμένη ιχνηλάτηση συνετέλεσαν σε αύξηση του κυλιόμενου ημερήσιου μέσου όρου. 

Το πλήθος των ασθενών στις ΜΕΘ παρέμεινε σταθερό στους 12 όπως και ο μέσος όρος του αριθμού των θανάτων σταθεροποιήθηκε στο 1. Υπό αυτό το πρίσμα, ο ρυθμός διπλασιασμού τόσο των κρουσμάτων όσο και των θανάτων ανήλθε στις 68 από 61 και 60 από 53 μέρες αντίστοιχα σημειώνοντας πρόσθετη επιβράδυνση σε σχέση με μια εβδομάδα νωρίτερα. Συγχρόνως το Rt μειώθηκε σημαντικά στο 0,25, ενισχύοντας περαιτέρω την εικόνα περί συσχετισμού της αύξησης των ημερήσιων κρουσμάτων με την αύξηση στα διενεργούμενα τετ και τον εντοπισμό σημαντικού αριθμού ασυμπτωματικών ασθενών.

Η αύξηση στο πλήθος των διενεργούμενων τεστ διαφαίνεται και στον κυλιόμενο μέσο όρο 7 ημερών ο οποίος σε σχέση με την τρίτη έκθεση προόδου εμφανίζεται αυξημένος κατά 1000 τεστ και διαμορφώνεται στα 4000 ανά ημέρα. Το πλήθος των τεστ ανά χίλιους κατοίκους αυξήθηκε περαιτέρω σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα, από 17,51 σε 22,23. Δεδομένης της τρέχουσας εξάπλωσης του ιού στη χώρα με Rt στο 0,25, το πλήθος των διενεργούμενων τεστ ως συνάρτηση του πληθυσμού παραμένει αρκετά υψηλό και δη υψηλότερο από παρεμφερείς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πιο συγκεκριμένα, και για το μεσοδιάστημα μεταξύ τρίτης και τέταρτης έκθεσης προόδου στην Ελλάδα διενεργούνται 350 τεστ ανά θετικό κρούσμα και εκατομμύριο κατοίκους, όταν π.χ. στην Αυστρία, τη Τσεχία και το Βέλγιο τα αντίστοιχα νούμερα πλησίασαν το 197, 75 και 62. Η διασπορά στην Ελλάδα είναι 1,81 κρούσματα ανά εκατομμύριο κατοίκους, στην Αυστρία 3,58, στη Τσεχία 5,27 και στο Βέλγιο 10,24.  

Η κινητικότητα του πληθυσμού παρέμεινε σταθερή σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα σε όλο το φάσμα της κοινωνικής δραστηριότητας. Ως μέτρο σύγκρισης λογίζεται η μέση κινητικότητα σε σχέση με τον Απρίλιο οπόταν βρίσκονταν σε ισχύ τα μέτρα περιορισμού κυκλοφορίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η παραμονή στην κατοικία βρίσκεται στο -12%- αμετάβλητη σε σχέση με την τρίτη έκθεση. Ομοίως αμετάβλητη έμεινε και η κίνηση του πληθυσμού για τρόφιμα και φάρμακα στο +19%. Η μετακίνηση στα καταστήματα σημείωσε άνοδο 3% και πλέον διαμορφώνεται στο +33%, συνεπώς, επηρεάστηκε από το σταδιακό άνοιγμα των καταστημάτων. Η προσέλευση στο χώρο εργασίας και η χρήση των ΜΜΜ ενισχύθηκαν κατά 2% και πλέον βρίσκονται στο +27% και +32%, αντίστοιχα. Τουναντίον, η μετακίνηση σε πάρκα συρρικνώθηκε κατά 3% και ενδεχόμενα να επηρεάστηκε κυρίως από τις καιρικές συνθήκες οι οποίες ήταν αντίξοες την προηγούμενη εβδομάδα και δεν ευνόησαν τη μετάβαση σε υπαίθριους χώρους. Συνολικά η πληθυσμιακή κινητικότητα σε σχέση με τον Απρίλιο ενισχύθηκε κατά 30%, με μόνο την τελευταία εβδομάδα να σημειώνεται μια περαιτέρω αύξηση κατά 1%. Η γενικότερη αύξηση στην πληθυσμιακή κινητικότητα αποτυπώνεται και στις επικυρώσεις εισιτηρίων του ΟΑΣΑ που βελτιώθηκαν από το -52% σε σχέση με πέρυσι και στο -42% για τις αντίστοιχες εβδομάδες Μαΐου- Ιουνίου. Αξίζει να σημειωθεί πως τα τελευταία δεδομένα κινητικότητας δεν συμπεριλαμβάνουν το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος.      

Η προσέλευση των μαθητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μειώθηκε περαιτέρω σε σχέση με τη τρίτη έκθεση προόδου του Παρατηρητηρίου. Μεγαλύτερη μείωση σημείωσε η προσέλευση των μαθητών Λυκείου, κατά 7% (αντίστοιχη μείωση είχε σημειώσει και προ μιας εβδομάδας), ενώ η αντίστοιχη του Γυμνασίου μόλις κατά 2%. Οι περιφέρειες Θεσσαλίας, Ήπειρου και Δυτικής Ελλάδας έχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά απόντων, σε αντίθεση με τα νησιά Βορείου και Νοτίου Αιγαίου καθώς και της Κρήτης, όπου εξακολουθούν να σημειώνονται οι λιγότεροι απόντες.

Η προσέλευση των μαθητών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης κυμαίνεται σε υψηλότερα ποσοστά σε σχέση με τη δευτεροβάθμια. Ειδικότερα, για τα δημοτικά σχολεία διαμορφώνεται στο 73% για την πρώτη εβδομάδα λειτουργίας τους, ενώ, για τα νηπιαγωγεία στο +62%. Tα μεγαλύτερα ποσοστά απόντων στα Δημοτικά εντοπίζονται στην Αττική, Ανατολική Μακεδονία και Πελοπόννησο, ενώ, στα Νηπιαγωγεία στην Αττική, τα Ιόνια και τη Στερεά Ελλάδα.

Σε ό,τι αφορά πρόδρομους δείκτες οικονομικής δραστηριότητας, συντηρείται μια πτώση σε κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που επιδεινώθηκε κατά 1% και πλέον βρίσκεται στο -9% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο από την αρχή του έτους μέχρι την τρέχουσα ημερομηνία. Αξίζει όμως να σημειωθεί πως ήδη από τα μέσα Μαΐου η μείωση κατανάλωσης είχε περιοριστεί σε μονοψήφια νούμερα με καθοδική τάση, εντούτοις αυτή η τάση εν μέρει αντιστράφηκε σε συνδυασμό πιθανόν και με την πτώση της θερμοκρασίας στη χώρα σε σχέση με δύο εβδομάδες νωρίτερα. Πιο συγκεκριμένα, για το διάστημα 26 Μαΐου με 1 Ιουνίου η πτώση άγγιξε το -13%, παρότι μια εβδομάδα νωρίτερα είχε περιοριστεί στο -4% σε σχέση με τις αντίστοιχες περσινές εβδομάδες.    

Ο όγκος των ηλεκτρονικών συναλλαγών για το τρίμηνο Μαρτίου-Απριλίου-Μαΐου έχει εμφανίσει αύξηση 13% σε σχέση με πέρυσι, ενώ μόνο για τον Ιούνιο μέχρι στιγμής η αύξηση διαμορφώνεται στο +15%. Τα ποσοστά αυτά συνάδουν με τα ευρήματα όλων των μέχρι στιγμής εκθέσεων προόδου του Παρατηρητηρίου, όπου γινόταν λόγος για μια διαφαινόμενη και σημαντική επαύξηση του όγκου των ηλεκτρονικών συναλλαγών και μια γενικότερη μεταστροφή των πολιτών προς τα ηλεκτρονικά κανάλια από τα μετρητά. Η τάση αυτή δείχνει να παγιώνεται περί το +10% σε σχέση με πέρυσι.  

Η αύξηση στον όγκο των ηλεκτρονικών συναλλαγών εξακολουθεί να συνοδεύεται με μείωση στην αξία τους. Συγκεκριμένα, η αξία μειώθηκε κατά -2,4% σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα Μαρτίου-Απριλίου-Μάιου-Ιουνίου. Το ποσοστό αυτό έχει διπλασιαστεί σε σχέση με τη τρίτη έκθεση προόδου όπου βρισκόταν στο -1,2%. Συγκεκριμένα, ο Μάιος έκλεισε με πτώση -10% σε σχέση με πέρυσι, ο Απρίλιος με -6%, ενώ ο Μάρτιος ήταν αυξημένος κατά +9%. Οι πρώτες μέρες του Ιουνίου εμφανίζουν μια αντιστροφή της πτωτικής τάσης στο +4%, αλλά, το δείγμα ημερών προς το παρόν είναι εξαιρετικά περιορισμένο.

Το πλήθος διασαφήσεων για εισαγωγές εμπορευματοκιβωτίων ως ένας πρόδρομος δείκτης ζήτησης ενισχύθηκε κατά 4%, σε σχέση με την τρίτη έκθεση προόδου. Συγκεκριμένα η πτώση από 38% ως συμπέρασμα της τρίτης έκθεσης, περιορίστηκε στο -34%. Στον αντίποδα, οι εξαγωγές παρέμειναν σταθερές στο -24% σε σχέση με τις αντίστοιχες περσινές εβδομάδες. Η ιστορική χρονοσειρά των κινήσεων των εμπορευματοκιβωτίων, και η σχετιζόμενη εποχικότητα, φαίνεται να αναδεικνύεται στην αυξητική τάση των εισαγωγών, εντούτοις δεν επαληθεύεται μέχρι στιγμής για τις εξαγωγές που παρουσιάζουν στασιμότητα.   

Εν κατακλείδι, τα ευρήματα της τέταρτης έκθεσης προόδου του Παρατηρητηρίου αναδεικνύουν μια ελαφρά επιδείνωση σε σχέση με τα αποτελέσματα της τρίτης. Διαπιστώνεται μεν μια ελαφρά επιδείνωση στο υγειονομικό σκέλος και δη στον κυλιόμενο μέσο όρο των ημερήσιων κρουσμάτων, εντούτοις, αυτή δύναται σε ένα ικανό βαθμό να εξηγηθεί από την σημαντική επαύξηση των στοχευμένων τεστ σε συγκεκριμένες περιοχές, π.χ. Ξάνθη, και συρροές που ανέδειξαν και αρκετούς ασυμπτωματικούς φορείς.  Παρά τη σταδιακή άρση των μέτρων, οι μέσοι όροι των θανάτων και των νοσηλευόμενων σε ΜΕΘ παραμένουν σταθεροί. Στο οικονομικό σκέλος παρά την αύξηση στον όγκο, η αξία των ηλεκτρονικών συναλλαγών βαίνει μειούμενη, ενώ, οι λοιποί πρόδρομοι δείκτες εμφανίζουν μια σχετική στασιμότητα. Αξίζει εδώ να επαναληφθούν και κάποια χρήσιμα συμπεράσματα της τρίτης έκθεσης: οι ρυθμοί μεταβολής χορηγήσεων και καταθέσεων είναι έντονα θετικοί, ενώ παράλληλα, ο δείκτης του κλίματος οικονομικής εμπιστοσύνης έχει μειωθεί. Οι τάσεις αυτές αποτυπώνουν ακόμη πιο έκδηλα την εν γένει  αναμονή που κυριαρχεί στο πεδίο της οικονομικής δραστηριότητας παρά την εδραίωση μιας σταθερής επιδημιολογικής εξέλιξης.